Αρθρογραφία
Νέα | Εκδηλώσεις

Μονή Τοπλού - Στην άκρη της Κρήτης

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ
Διαμόρφωση
  • -2 -1 Μεσαίο +1 +2
  • Αρχική Helvetica Segoe Georgia Times

Στην ανατολική άκρη του νομού Λασιθίου, ανάμεσα στη Σητεία και το Βάι, βρίσκεται η Mονή της Παναγίας της Ακρωτηριανής, ένα καστρομονάστηρο, φύλακας της πίστης και της παράδοσης από τα βυζαντινά χρόνια που αξίζει να επισκεφθείτε.

Κείμενο & Φωτογραφίες: Δημήτρης Κοτταρίδης

Πώς θα φτάσετε:
Η Σητεία διαθέτει διεθνές αεροδρόμιο που συνδέεται με την Αθήνα, το Ηράκλειο και τη Ρόδο. Τους καλοκαιρινούς μήνες οι πτήσεις είναι πιο συχνές, γενικά όμως η αεροπορική σύνδεση Αθήνας - Ηρακλείου είναι πυκνότερη. Από το αεροδρόμιο του Ηρακλείου το λεωφορείο φθάνει στη Σητεία σε τρεις ώρες περίπου. Για τη Μονή Τοπλού και τα πέριξ χρειάζεται αυτοκίνητο.

Είχε ήδη μεσημεριάσει, όταν το αεροπλάνο της Ολυμπιακής προσγειώθηκε στον αερολιμένα του Ηρακλείου και με το πρώτο ταξί που βρήκα στην είσοδο του χώρου έφθασα στην αφετηρία των ΚΤΕΛ, μια ανάσα από το παλιό λιμάνι με τα ενετικά νεώρια και το ιστορικό φρούριο του Κουλέ. Η διαδρομή μέχρι τον Άγιο Νικόλαο, ή τον Άγιο, όπως συνηθίζουν να τον λένε οι ντόπιοι, ήταν γνωστή από παλαιότερη επίσκεψη, όπως επίσης και η γραφική εικόνα της λίμνης που αποτελεί και την πλέον φωτογραφημένη ατραξιόν της πόλης. Όμως, η πρωτεύουσα του Λασιθίου δεν ήταν ο τελικός προορισμός, αλλά μία ακόμη στάση, μέχρι το επόμενο λεωφορείο να με πάει 65 χλμ. ανατολικότερα, στη Σητεία.

Η πανέμορφη Σητεία φωταφωγημένη

Φθάνοντας, η νύχτα είχε απλώσει το πέπλο της πάνω από το γραφικό λιμάνι και μετά από τη γρήγορη τακτοποίηση της διαμονής σε κεντρικό ξενοδοχείο, άρχισα την περιπλάνηση στα στενά της πόλης αφού ο εξαιρετικός καιρός της Κρήτης επέτρεψε τη βραδινή έξοδο. Ο χώρος του λιμανιού είναι το κέντρο της φαγοποσίας και της νυχτερινής ζωής. Η Σητεία, με όλα της τα καλά, με κέρδισε δίχως αμφιβολία. Την επόμενη ημέρα μετά από ένα σύντομο γεύμα στο ξενοδοχείο ξεκίνησα με ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο για τον αρχικό μου προορισμό, το ιστορικό μοναστήρι, τη Μονή Τοπλού, 18 χλμ. από τη Σητεία.

Στη διαδρομή για τη Μονή Τοπλού

Φθάνοντας έξω από τον χώρο του μοναστηριού, τρία παρκαρισμένα αυτοκίνητα με ξένες πινακίδες περίμεναν τους κατόχους τους, που είχαν σταθμεύσει και παρατηρούσαν τα τείχη και το καμπαναριό.

Τα τείχη της μονής, που είναι φρουριακού χαρακτήρα, φθάνουν και τα δέκα μέτρα.

Λίγο αργότερα, κατέφθασε από τα γύρω κτήματα και ο ηγούμενος της μονής, αρχιμανδρίτης Φιλόθεος. Αφού διέσχισα την αυλή, ανέβηκα τα σκαλιά που οδηγούσαν στον χώρο που δέχεται τους επισκέπτες και όσους εργάζονται για τη μονή. Το καλωσόρισμα από την πλευρά του ήταν εγκάρδιο και ο πατροπαράδοτος καφές με τα βουτήματα δεν άργησαν να φανούν στο τραπέζι, συνοδεύοντας τη συζήτηση σχετικά με τα εγκόσμια αλλά και τα θέματα του μοναστηριού. Ωστόσο, μια αναδρομή στο παρελθόν από τον ίδιο τον ηγούμενο θα βοηθούσε να κατανοήσω καλύτερα την ιστορική, και όχι μόνο, αξία του ιερού αυτού χώρου.

Πέτρα και ξύλο σε απόλυτη αρμονία

Η θεμελίωση της Μονής Τοπλού ανάγεται στα βυζαντινά χρόνια, πιο συγκεκριμένα στον 14ο αιώνα, και το πραγματικό της όνομα είναι Mονή Παναγίας της Ακρωτηριανής, το οποίο και ορίζει τη θέση της στην ανατολική άκρη του Λασιθίου. Το όνομα Τοπλού δόθηκε στη μονή από τους Τούρκους, οι οποίοι κατέλαβαν την Κρήτη τον 17ο αιώνα, εκδιώκοντας τους μέχρι τότε κυρίαρχους του νησιού Βενετσιάνους. Η λέξη βγαίνει από το «τοπ», που στα τουρκικά σημαίνει «κανόνι». Κατά τη διάρκεια της Ενετοκρατίας οι τότε κατακτητές, για να αποφύγουν πιθανή τουρκική εισβολή, είχαν εξοπλίσει διάφορα σημεία της Μεγαλονήσου με κανόνια, μεταξύ αυτών και το μοναστήρι, το οποίο ήδη στο παρελθόν είχε υποφέρει από τις καταστροφικές επιδρομές των πειρατών. Τη σημερινή της μορφή η μονή άρχισε να την παίρνει από τις αρχές του 16ου αιώνα με τη συνδρομή της ενετικής συγκλήτου, η οποία μάλιστα διέθεσε το ιδιαίτερα μεγάλο για την εποχή ποσό των 200 δουκάτων για τη δημιουργία ενός καστρομονάστηρου που θα εποπτεύει την περιοχή.

Προσθήκες του μουσείου

Το κτίριο, λοιπόν, είναι φρουριακού χαρακτήρα, με μικρά παράθυρα και επικλινείς ενισχυμένους τοίχους που φθάνουν σε ύψος τα 10 μέτρα, ενώ στο εσωτερικό το καθολικό διατηρείται απ’ τον 14ο αιώνα, με κάποια τμήματά του να έχουν ανακατασκευαστεί τον 15ο και τις αρχές του 17ου αιώνα. Πολλοί από τους θησαυρούς που υπήρχαν εντός των τειχών εκλάπησαν απ’ τους υπερασπιστές Ενετούς που υποχωρούσαν, για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Πάρα ταύτα, σήμερα η μονή στεγάζει μια εξαιρετική συλλογή από εικόνες και θρησκευτικά κειμήλια από τις περιόδους του Βυζαντίου, της Ενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας καθώς και απ’ τη νεότερη εποχή.

Περνώντας το κατώφλι του κάστρου της Σητείας

Ζήτησα απ’ τον πατέρα Θεόφιλο να επισκεφθώ τα μουσεία των εικόνων και της χαλκογραφίας και εκείνος με ιδιαίτερη χαρά ανταποκρίθηκε, ταξιδεύοντάς με σε μοναδικούς χώρους, με σπάνια κομμάτια θρησκευτικής τέχνης των περασμένων αιώνων. Η ιστορική εικόνα «Μέγας Ει, Κύριε» του γνωστού αγιογράφου του 18ου αιώνα Ιωάννη Κορνάρου, ο σάκος του εθνομάρτυρα μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου, τα εντυπωσιακά χειρόγραφα, κιτρινισμένα απ’ τον χρόνο, αλλά και τα τουφέκια από τις παλιές μάχες είναι μερικά από τα σημαντικότερα κειμήλια του μουσειακού αυτού χώρου.

Στο εσωτερικό του μουσείου

Η αυλή, ένας συνδυασμός πέτρας και ξύλου, αλλά και η τραπεζαρία, αγιογραφημένη με τη μέθοδο του φρέσκο, συμπληρώνουν το μοναστικό σκηνικό που μεταφέρει τον επισκέπτη σε άλλες εποχές. Κάποια στιγμή, στον χώρο εμφανίστηκε ένας ευγενικός κύριος, που, όπως εξήγησε ο πατέρας Φιλόθεος, ήταν ο οινολόγος με τον οποίο συνεργάζεται στις οικολογικές καλλιέργειες που ο ίδιος έχει οργανώσει, και πρόσθεσε: «Το μοναστήρι διαθέτει οινοποιείο και ελαιοτριβείο, φτιάχνουμε κρασί και λάδι σε οργανωμένες μονάδες παραγωγής».
Έτσι ζήτησα από τον έτερο μοναχό, τον πατέρα Ζαχαρία, να πάμε μέχρι τις εγκαταστάσεις παραγωγής και πραγματικά εντυπωσιάστηκα από την οργάνωση και την καθαριότητα του χώρου. Η Μονή της Παναγίας της Ακρωτηριανής είναι ένας ζωντανός οργανισμός που, πέρα από τη φύλαξη της πίστης και της θρησκευτική παράδοσης, παράγει αγαθά που είναι συνυφασμένα με την ελληνική ιστορία και τον πολιτισμό. Άλλωστε, οι αμπελώνες και οι ελαιώνες γύρω από τις εγκαταστάσεις της μονής αποδεικνύουν του λόγου το αληθές, παράγοντας εξίσου εξαιρετικής ποιότητας κρασί και λάδι με την ετικέτα Τοπλού και, όπως λέει και ο πατέρας Ζαχαρίας, όλα αυτά είναι έργο του ίδιου του ηγούμενου, που είναι η ψυχή του μοναστηριού.

Ο πατέρας Φιλόθεος, ο ηγούμενος της Μονής Τοπλού

Επιστρέφω στη μονή και βλέπω τον πατέρα Φιλόθεο να έχει συζήτηση με τον ειδικό για τα αμπέλια. Ο χαιρετισμός και ένα μεγάλο ευχαριστώ για τη φιλοξενία είναι η τελευταία πράξη της συνάντησής μας. Μου ευχήθηκε καλό κατευόδιο και κατευθύνθηκα προς το αυτοκίνητο, για να συνεχίσω την πορεία μου.
Φεύγοντας και καθώς η Μονή Τοπλού με το ψηλό καμπαναριό ξεμάκραινε, σκεφτόμουν ότι κάποια στιγμή στο μέλλον, αν ο δρόμος με φέρει ξανά στο Λασίθι, θα περάσω και πάλι αποδώ, για να ξαναδώ τις απερίγραπτης ομορφιάς εικόνες και να ξανανιώσω τη γαλήνια ατμόσφαιρα του μοναστηριού. Ο δρόμος για το Φοινικόδασος, με την τροπική αύρα, και την Κάτω Ζάκρο, με τα απομεινάρια του Μινωικού πολιτισμού, ήταν μπροστά μου, μέχρι το τέλος μιας γεμάτης ημέρας.

Φοινικόδασος, στον τροπικό του Λασιθίου.

Εκδρομές: Σε πολύ κοντινή απόσταση από τη Σητεία και τη Μονή Τοπλού βρίσκεται το Βάι με το Φοινικόδασος, το μεγαλύτερο στο είδος του στην Ευρώπη, και με τη μοναδική παραλία, που παραπέμπει σε τροπικούς προορισμούς. Επίσης, μια πολύ όμορφη ερημική διαδρομή οδηγεί στην Κάτω Ζάκρο, όπου σε απόσταση αναπνοής από την πλαζ με τις ταβέρνες, υπάρχει ο αρχαιολογικός χώρος με τα απομεινάρια της Μινωικής περιόδου.

Κάτω Ζάκρος, ό,τι απέμεινε από τη Μινωική πολιτεία.